Όταν ήρθε η Άνοιξη πέρυσι τέτοια εποχή, κρατούσε στο χέρι της κλειδιά κι απ’ το μπρελόκ είδα κρεμασμένη μια κατακόκκινη κορδέλα.. Ανταποκρίθηκα αμέσως. Έκλεισα τον υπολογιστή και το έσκασα από τη δουλειά επίσημα.. γιατί άλλον τρόπο δεν ξέρω.
Μπήκα στ’ αυτοκίνητο, έβαλα μουσικούλα κι έφτασα στην κορφή του Πέλεκα-σ’ ένα καφέ, που φημίζεται για τη μαγευτική θέα του και το απαράδεκτο service. Στα μαλλιά μου είχε ξεμείνει ένα στυλό, που τα στήριζε ψηλά, το έβγαλα και τα ελευθέρωσα. Πήρα από τον μπάρμπα του μαγαζιού δυο καθαρά πανιά, καθάρισα ένα τραπεζάκι στον κήπο, άνοιξα το σημειωματάριο κι άρχισα να μυρίζω την Άνοιξη γύρω μου..
Σύννεφα και κύματα ανακατεμένα. Πουλιά, κλωνάρια από ελιά κι ο αέρας έντονος, παραδομένα όλα στις διαθέσεις του Ήλιου Θεού, όπως λεν΄οι ποιητές.. Σ’ ένα μεσημέρι μέσα έλεγα πως θα μαυρίσω λιγάκι και θα σοκάρω την άλλη μέρα τους μούχλες στο σκονισμένο γραφείο του κρατικού μηχανισμού, που υπολειτουργεί άριστα.
Μέρα γιορτινή κι ο Ήλιος-δυνατός σαν τον έρωτα-μου έκανε τη χάρη ν’ ανάψει προβολείς για να γιορτάσω το «ξύπνημά» μου.. Τί γιόρταζα? Μια μελαγχολική ευφορία, που ήρθε από το πουθενά και θα κρατούσε τουλάχιστον ώσπου να δύσει η μέρα.. Καταβάθος ήξερα και χαμογελούσα στον Ήλιο πονηρά! Γόνιμες μέρες λέγονται, αυτές που όλοι με κοιτούν με περιέργεια (?) κι ας με βλέπουν μπροστά τους κάθε μέρα. Μυρίζονται την «τρέλλα» στο σάλιο μου ή νοιώθουν τα πόδια μου να κινούνται αμήχανα γιατί το υγρό ανάμεσά τους δεν τιθασεύεται με κανένα extra απορροφητικό σερβιετάκι τρίτης γενιάς..
Χάλια ο καφές, ελεεινή η μηλόπιτα-του τουρίστα-και η μουσική ένα κακοπαιγμένο δράμα στο καφέ. Με τέτοια θέα όμως, τίποτα δεν μπορούσε να μπλοκάρει τις αισιόδοξες σκέψεις!
Άνοιξη. Το πράσινο άγριο, ο αέρας κάτω από τα γράμματα έπαιζε με το χαρτί, τα μαλλιά μου στα μάτια μου, ένα τσιγάρο από το χέρι στο στόμα κι από το στόμα στο χέρι. Δάγκωσα τον αντίχειρα και με τον δείχτη πέταξα ό,τι έφτυσαν τα δόντια μου σε σάρκα..
Θα μπορούσα να είμαι ζάμπλουτη, καθισμένη ταπεινά κάτω από τις αχτίδες του Ήλιου, ντυμένη με φόρμες και κατ’ επιλογήν μπερδεμένα μαλλιά. Μ’ έντονη τη μυρωδιά του τσιγάρου και από τα οιστρογόνα παραζαλισμένη. Καμιά διαφορά δηλαδή..γιατί ο Ήλιος θα ήταν και πάλι πιό λαμπερός από τη φραγκάτη θηλυκότητά μου και η γεύση της μηλόπιτας άντε..λιγάκι πιο υποφερτή, όχι τόσο εξωφρενική.
Εκείνη τη μέρα ένοιωθα τόσο θετική. Κι αφελής. Και καλοπροαίρετη. Ο Ήλιος έκαψε το δεξί μου μάγουλο κι εγώ δε γύρισα από τ’ άλλο σαν καλή Χριστιανή. Αποχώρησα με ευγνωμοσύνη. Τι ομορφιά, θε μου, γύρω μου..
Φέτος η Άνοιξη δε φάνηκε ακόμα.. Μπορεί ε; Ν’ αργεί για να κάνει εντύπωση.. Γυναίκα κι αυτή! Και τί ντίβα!!!